Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

don't let your father eat you

1
ο πατέρας μου είναι κάτι
που βρωμάει κάθε τέσσερα χρόνια
η μαμά μου τον ξεπλένει με φορμόλη ή απλό νερό
όχι αυτό με τα πηχτά μόρια που τρέχει στους καταρράκτες
αυτό το παγωμένο, το νερό

2
ο άντρας στη γωνία κατουρούσε για
περίπου τρια τέταρτα
καθόμουν και τον χάζευα
μασουλώντας τη διάνοια των σαλιγκαριών
που έπνιγε με τα ούρα του

3
η εικόνα ενός κηφήνα είναι κάτι το πολύ ασαφές
όπως κάθε εικόνα
αλλά ιδιαίτερα του ζώου
που αν είχε την ικανότητα να γράφει
θα μύριζε πρώτα το χαρτί
κι ύστερα θα το έφτυνε

4
περιεργάσου τη μορφή της ατέλειας
δεν είναι γόνιμη σαν φάλαινα σε βόθρο;
ό,τι γεννάει κλείνεται στην ίδια του την κοιλιά
σαν έμβλημα του ευατού του
κι εκείνη συνεχίζει να γεννάει

5
είπε: "υπαινίσσομαι το σώμα μου
όταν τραγουδάω" ναι, πίσω από κάθε άρρυθμο ήχο
ή ξεκούρδιστο λυγμό
είναι σαν να ξεσκίζω τη σάρκα μου
νανουρίζοντάς την

6
η λοβοτομημένη αντίληψη του να
διατηρείς τη σήψη σε κονσέρβα
είναι μάλλον μια αντιστροφή του
να παρατείνεις την ύπαρξη
καλύτερα όταν δεν με χρειάζομαι
να με κλείνω σ' ένα ψυγείο για συντήρηση

7
προς τη φωνή που θέλει να ανήκει στον οισοφάγο:
το στόμα και η ρινική κοιλότητα
δεν σου ανήκουν
σταμάτα να είσαι τόσο υπεροπτική μαζί τους
ανήκεις εκεί που γδέρνεται το μέσα
και το μέσα δεν έχει πολιτισμό

8
οι συγγενείς μου αλληλοτρώγονται
ο μπαμπάς μου ειδικά διεκδικεί τη γιαγιά μου
και τα ξαδέρφια μου τον σκύλο τους
η μαμά μου δεν τρώει κανέναν μόνο με κοιτάζει
σαν να θέλει να μου πει "το δώρο μας είναι
κάτι που τρώγεται"

9
τρώω απ' το χέρι του νεκρού αδελφού μου
πάντα ήξερα πως είχα έναν αδελφό
αλλά κανείς δεν μου μίλησε για το θάνατο
ψάχνω να βρω ποιος γέννησε τον αδελφό μου
σίγουρα όχι οι γονείς μου
μέσα στον βαθύ του ύπνο με αγαπάει
περισσότερο

10
το δωμάτιο είναι μικρό και ζεστό
πάνω στο παχουλό πάπλωμα έχω αδειάσει όλα μου τα
κοσμήματα. η τηλεόραση παίζει το Werckmeister harmσniαk
και οι λέξεις βγαίνουν σαν ηχοκύματα
απ' το στόμα του κήτους
να μια αρμονία που βρυχάται, επιτέλους κάποιος την ξέβρασε
στο δωμάτιο

11
αυτός που σκοτώνει κάτι
είναι πιο ευνουχισμένος πιο συμμετρικά ημιτελής
από ένα σχεδόν ψόφιο άλογο με πέος και διαύγεια
για ποια σύγχυση να μιλήσω όταν είμαι το βλέμμα
αυτών των δύο όντων
σ' ένα ξεχαρβαλωμένο σκοτάδι

12
βάζω στο ριπίτ κάποιον να λέει "άρνηση"
χαϊδεύομαι απαλά κι άμα κουραστεί και σταματήσει
τον πατάω με το τακούνι μου, αυτό με τα καρφιά
όλο πάει να χωθεί κάτω από χαλιά και ρούχα
αλλά με υπακούει ακόμα κι εμένα μου αρέσει να μην
μου αρνιούνται τίποτα

13
ο αδελφός μου γλύφει το πάτωμα
με σεβασμό σε ό,τι είναι ακίνητο και ευθύγραμμο
με τη γλώσσα του. είναι το αίμα των δοντιών του
που δεν έχει άλλη γεύση να του δώσει
αλλά είμαι ακόμα 22 και έχω περίοδο
και μπορώ να γλείφω κι εγώ χωρίς να γεύομαι τίποτε

14
ο Θεός τους μιλούσε κι αυτοί τον έγραφαν στ' αρχίδια τους
δεν είναι φως και αγάπη δεν είναι τίποτα
όσο τους μίλαγε έφθινε μέχρι που έγινε ένας κόκκος φακή
και τον φάγανε με λάδι αλλά αρρώστησαν μετά από χρόνια
και ψόφησαν χαρούμενοι και χορτασμένοι
δεν είναι φως και αγάπη είναι λύσσα και αχόρταγη μάνα