Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

οι νηφάλιες των υπογείων

με τράνταξε ένα ρεύμα κινούμενο,
μια υποκατάστατη κόλαση
αναλγητική γυναίκα

-γιατί άσφαιρο; γιατί είναι άσφαιρο;

κούρνιασε στον ισκιο των γιγάντων
νύμφη χωρίς χέρια, σώμα θωλό
με παρεμβολές
και το σήμα μου τώρα της εκπέμπει
σπασμούς και άλλα μείγματα

-η στύση μου είναι δώρο, είναι ένα δώρο για σένα.

της λέω χαμηλά, υπάκουα, στεγνά
παραπλανητική παίζει με σχήματα στα δάχτυλα
η όραση πλανητική, με χάντρες ανάμεσα στα πόδια της
να μην ξεχωρίζει η κλειτορίδα.

μέσα από την στοά, σκουριασμένη νηφάλια
μέσα σε πρόωρο οργασμό με δόντια νυστέρια
ύαινες και σαρκικά παλεύω να γελάσει
αλλά δεν γελάει, φλερτάρει με ένα θάνατο ορισμένο
κάπως διαφορετικά
είναι η κίνηση του αμιγούς, το τόξο των εκκλησιαστικών οργάνων
που ενώνει με κάτι το θεϊκό ή την απάτη του
και το αγγίζω
το αγγίζω μαλακά κοιτώντας την
κορίτσι του ρίγους σε κάθε του ηχόχρωμα
και η στάθμη του νερού σιγά σιγά ανεβαίνει.

-γιατί άσφαιρο, πώς θα παλέψεις;

ψιθυρίζει και τρίβεται, σε μια χορευτική ομοιότητα με τις βασίλισσες
που παριστάνουν της σκλάβες για να νιώσουν πόνο
αυτές που τον πόνο δαμάζουν και τρέμουν μόνο όταν
παύουν οι βιαστικοί και βιασμένοι άνθρωποι των δρόμων

θα σηκωθεί και με κινήσεις δεσποτικές
θα εννοήσει σωπάστε / πάψτε όλα
ό,τι με περιβάλλει σταματά
και υποκλίνεται στην ανάσα της
μια ανάσα γόνιμη που πλησιάζει
καθώς τρίβεται
και με παρακαλά να συνεχίσω
μόνο επειδή με παρακαλά
και πέφτει υπάκουο σκυλί στα πόδια μου
αγγίζω το βρεγμένο της κρανίο
αργά καθώς αγγίζομαι
και η στάθμη του νερού ανεβαίνει

σκύβει κι οι ρώγες της βρέχονται
στην άκρη τους
-υπάρχει τελικά οι μουσική ακόμα κι όταν δεν την ακούω
υπάρχει εκείνη η μουσική που μπορώ να δω
λέω και θαυμάζω τα σταφύλια στο στέρνο της
υπνωτικά βελούδινα, απάνθρωπα

-γιατί άσφαιρο; γιατί;

και οι ρώγες είναι σφαίρες για το όπλο μου
ριγμένη ίσια μπροστά μου, δαγκώνει, δαγκώνεται
νύμφη χωρίς Θεό χωρίς μητέρα
υπερλειτουργικά αινίγματα και λέξεις με αλγόριθμο
και ηχώ, που βλέπω, όλα τα τρώω με τα μάτια μου
και υγραίνεται με αυτό το πετάρισμα των βλεφάρων
η υπόγεια γδύνεται μέσα σε μικρούς κυματισμούς
γλύφοντας το αίμα πριν το παρασύρει το νερό

-η στύση μου είναι ένα δώρο για σένα

νιώθω χιλιάδες βρεφικά κεφάλια να μαλάζουν το ένα το άλλο
με εναλλασσόμενη ορμή προς το εσωτερικό
πάλλεται και συσφίγγεται και πάλι απορροφά και τρέμει
δεν ορίζεται καμιά απόσταση από τη σάρκα στη σάρκα
και η στάθμη του νερού ανεβαίνει

φωλιασμένος ώρα στην άκρη του χρόνου
όπου μισοκόβονται οι άνθρωποι σε ετοιμόρροπα ημισφαίρια
προστάζω τον ομφάλιο λώρο της γης να σπάσει
μ' ένα κενό μνήμης, ένα άσφαιρο και υγρά μέλη
μ' ένα βρυχηθμό, προστάζω τώρα την έκρηξη
πιέζοντας τις σάλπιγγες, τον υμένα
βαθιά μέσα στα όρια του παραλόγου
και της κίνησης, διχοτομώντας
κάτι που θα μπορούσε να είναι ένα κρανίο

η στάθμη του νερού δεν ξεχωρίζει πια
κι εγώ δεν πίνω αλκοόλ, δε το χρειάζομαι
έτσι κάθε βράδυ πνίγομαι
με τις νηφάλιες των υπογείων

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

επιθανάτια σφραγίδα στα μάτια αστικών κοριτσιών

μεγαλόπρεπα νυστάζει η πόλη
καταπίνοντας τις ιστορίες των εγωκεντρικών ομοιωμάτων
τους είδους /  
κύκλοι κύκλοι με περιστρεφόμενους εσωτερικούς λαιμούς

ή λαιμητόμους / ή εγγενείς φαυλοειδείς εμπαιγμούς

η Γυναίκα κοιμάται στα χέρια υγρών αστικών κοριτσιών 

οι βραδυφλεγείς τάσεις τους να αποσύρονται απ' τις σφαγές
να σαλιώνουν φεύγοντας το πεζοδρόμιο

τα ανδρίκελα θαυμασμού σε χαπάκια των 100 μιλιγκράμ
τοποθετώ ήσυχα και αρρενωπά σε βαζάκια δειγματοληψίας
θα κάνω ένα πείραμα.

τι ώρα είναι;
τι ώρα είναι όταν μπορώ να φεύγω;

μικρός είχα ένα συρμάτινο χέρι
που έμοιαζε με τοπίο από θωρακισμένα σώματα

μικρός είχα μια υπόνοια αφής
αφή = ακατέργαστη μετάγγιση σπασμών

αντ' αυτού:
οι μέρες είναι στοές και μέσα τους υπνοβατούνε λύκοι
έτσι τους έλεγα και νόμιζαν πως δεν ήμουν εγώ
πως με παρίστανα
μου είπε
ωραίες και οι λέξεις αλλά προτειμώ να σου γλείψω το πέος

τι ώρα είναι;
τι ώρα είναι όταν μπορώ να σε κοιτάζω;

το αστικό της πρόσωπο μου φέρνει αηδία

δεν μπορώ να υπάρξω ξέχωρα απ το παραπλανητικό σου χαμόγελο
μέσα απ' το μοκόκλ των υποθέσεων με κοίταξες

μην μιλάς άλλο μου λέει
θα γίνεις αστείος
θα γελάσω

είναι αόμματα τα πρωινά στην αγκαλιά της πόλης
μέσα σε πλήκτρα, στο στόμα της γεννήτριας απορρόφησης
όλα εκκολάπτονται αργά
σέρνουν σπασμένα σώματα απ' τις οροφές στα υπόγεια κι αντίστροφα


ένα δύο;

τώρα με γρατζουνάει με το βλέμμα της

τώρα έχει αίμα στους μηρούς και βλέπει
μέσα από εμένα τη διάλυσή της
και ηδονίζεται

δεν καταλαβαίνει τίποτε
νιώθω άτρωτος

τώρα είμαι ένα μεγάλο συρμάτινο πέρασμα
έγινα το μεγάφωνο των φόβων της

τώρα συντρίβεται και μου χαμογελάει

φθισκιά μεταλλάσσομαι σε κίνηση
που ακροβατεί στις λαξευμένες πλευρές του σώματος
αφινιάζω, παίζω πιάνο στο δέρμα της
ζωγραφίζω μαύρες κυλίδες σπέρμα
χύνω μελάνι
οργίζεται

τι ώρα είναι;
πότε γελάω;
πότε μπαίνει η σκηνή που πέφτω ατόφιος στο πάτωμα και σε παρακαλάω να μην φύγεις;
πότε θα το κάνεις εσύ;

-

λέει πως εγώ δεν είμαι άντρας
είμαι βραχιολάκι για τον αστράγαλο
είμαι κάτι που κουλουριάζεται
και με παρομοιάζει συνέχεια με υβρίδιο
και τέτοιες ιστορίες

δεν είμαι λέει μια οντότητα
είμαι ένας σωρός από μελάνι
είμαι κάτι που χύνεται
αργά και μαύρα στα μπούτια της

την αγγίζω στο μέτωπο
με το δείκτη του χεριού μου
στο ίδιο σημείο πάντα (μόνο το πρόσωπο αλλάζει κάθε φορά)
δεν πειράζει που δεν έχεις υπόσταση 
δεν πειράζει σε σκοτώνω όπως σε βιάζουν οι λύκοι των μοναχικών ημερών μου
δεν πειράζει που δεν καταλαβαίνεις
που το παιχνίδι μου είναι στημένο

της αφήνω μια μαύρη σφραγίδα που δεν μπορεί να δει

το πείραμα τελείωσε

ποίηση = μια αλλεπάλληλη ανταπώδωση εξαπατήσεων μεταξύ δύο ή περισσόερων όντων
-αφού ποτέ δεν είσαι μόνος όταν γράφεις
-ποιος το είπε αυτο;
-ο θάνατος