Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

στον Γιάννη Κοντραφούρη

κάτι μου λένε αυτά τα ψεύτικα χέρια.
κάπου πηγαίνουν όταν αυτό το ημίαιμο κορμί ακροβατεί.
ίσως αυτά ψιλαφίζουν τα άκρα μου όταν το σώμα αυτό βρίσκεται σε σήψη.
έχω χιλιάδες μαστούς να χαϊδέψουν
χιλιάδες αλαλλάζοντα πρόσωπα να σκαλίσουν
η σκονισμένη μου καρδιά με υπερβαίνει όταν υπνοβατεί αυτό το σώμα.

κάτι ψελλίζουν αυτά τα ψεύτικα χέρια.
για μια γυναίκα που δεν άγγιξα και λένε πως σέρνεται μέσα μου σαν την πιο
δυστυχισμένη πόρνη.
η γυναίκα που αναμασάει στοχασμούς και κάνει άγριο έρωτα με φθισικά έντομα.
ξέρει πάντα ποια έντομα να διαλέγει,ποια είναι τα άρρωστα έντομα.
τα πιο ανυπόφορα και αηδιαστικά, μόνο αυτά αφήνει να της τσιμπάνε την ξεβαμένη σάρκα.
μα δεν τα αφήνει να σπαράζουν για πολύ.
τα κρύβει μέσα σε μικρά υγρά μπουκαλάκια από στριχνίνη.
όταν η ώρα κομπιάζει και ντρέπεται και τα ρολόγια αυνανίζονται
και αυτά τα ψεύτικα γελοία χέρια, πλησιάζουν τους σάπιους λεπτοδείκτες τους
μαγνητικά και διεισδύουν ύπουλα και αργά σαν μητροκτόνοι παιδεραστές μέσα απ' το
στρογγυλά πένθιμο γυαλί επιβάλλοντας την ακινησία τους,
στον ύπνο μου μικρά παιδιά αγκαλιάζονται, και τα συμφωνιμένα μάτια τους
έχουνε ήδη στραγγαλίσει την μητέρα μου.

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

στο ημίφως

έβλεπα το πρόσωπό της μέσα απ' το ξεβαμένο γυαλί
κι οργίαζε το μυαλό μου φθισικό και σκουρόχρωμο
όσο εκείνη εναρμόνιζε το παιχνίδισμα των μηρών της με το νέκταρ
του μυαλού μου

βήματα ελαφρά και ξυπόλυτα
μές τη σιωπή που σκούζει όταν λύγιζε τη μέση
μ' ένα λευκό πανί σκέπαζε στο ημίφως το πρόσωπο
και γέλαγε ισχνά και κάπως καταραμένα
μέσα απ' τα προβολικά της δάκτυλα
μου έδινε αργά και απαλά τους χυμούς της

έκλεισα σφιχτά τα μάτια καθώς άνοιγε τα χείλη
μέσα στον υπόκωφο χορό της διέκρινα τα όπλα του θανάτου
περίστροφα, αυτόματα πολυβόλα και μικρά μωρά με μάτια φλογοβόλα
όλα στη μήτρα της περιέρρεαν κάτι ακατονόμαστα γόνιμο
και ακανθώδες

"δες με" κοιάζει μια στο ένα μου μάτι μια στο άλλο
"δες με όπως θα κοίταζες το πρώτο σου ποίημα
μετά από χρόνια
πλησίασέ με σαν ηχώ στο πρώτο της άκουσμα
μέχρι να αρχίσω αργά να πάλλομαι
μέχρι να μην ξεχωρίζει ο ρυθμός απ' τα κορμιά μας"

τα καλειδοσκοπικά σχήματα την έκρυψαν
κάπου στο πιο λυκοφωτικό σημείο του δωματίου της
έσφιξα με τις παλάμες τα σεντόνια σχεδόν αγκομαχώντας
και βρίζοντας οι κόρες των ματιών κατεβασμένες
κι εκείνη ακόμα να γελάει παράφορη, γυμνή και τόσο αφόρητα
ηδονική, που δίχως καν να την αγγίζω
έτρεμε