Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

σερβίροντας γλυκό του κουταλιού σε αόματους δρυοκολάπτες

τα δάχτυλα μου ακουμπούν πάλι την ταράτσα.
είναι μέρα μεσημέρι και τελικά μετάνιωσα να αυτοκτονήσω
και τώρα προσπαθώ να σκαρφαλώσω και να αναρριχηθώ.
ποτέ δεν είχα καμία σχέση με την ορειβασία και είναι κάπως παράξενη αυτή η στιγμη.
καθώς το σώμα μου τραντάζεται σκέφτομαι την αδερφή μου με τη μεταξωτή της πιζάμα
να με κοιτάζει στα μάτια σαν να μου λέει "εγώ στα έλεγα, δε στα έλεγα;"
μέσα από την αιώνια μητέρα μου, αυτή με τα πετράδια στα μαλλιά και τα μπαρόκ σκουλαρίκια
είδα ξανά να αιωρείται η υπόνοια της συντριβής της, όμως δεν είχα το χρόνο να αφήσω τη σκέψη μου να επεκταθεί σ' αυτό.
κάπως δάκρυσα πασχίζοντας να ανέβω πάλι στην ταράτσα και μια ευφορία με διαπερνούσε καθώς ο κρύος αέρας της στενάχωρης γειτονιάς μου έμπαινε μέσα απ' τις τρύπες της μάλλινης ζακέτας μου.
αν είχα μόλις πριν πεθάνει, ίσως τώρα σ' ένα παράλληλο σύμπαν να ήμουν ο θρύλος της ορειβασίας
που με χέρια γρανάζια και πόδια καρφιά, σκαρφάλωνα χωρίς κανένα στήριγμα στα πιο μετέωρα λόγια, κοριτσιών που κάποτε αναδιπλώνονταν στα κρεβάτια τους όσο τους διηγούμουν τη θλιβερή ιστορία μου. "μόλις ανέβω, θα πάω μια μεγάλη βόλτα, θα γυρίσω όλη την πόλη μέχρι να ματώσουν οι φτέρνες μου. κι όταν γυρίσω θα βγάλω τα παπούτσια μου, αλλά δεν θα θέλω να κοιμηθώ. θα τριγυρίζω μες το σπίτι ή θα αρχίσω να παίρνω τηλέφωνα. θα μιλάω μέχρι να με βαρεθούν όλοι κι ύστερα θα γράψω τα όσα σκεφτόμουν καθώς πήγα να πέσω." βάζω όλη μου τη δύναμη και με μιας βρίσκομαι ανακούρκουδα στο τσιμέντο της ταράτσας. από εδώ φαίνεται όλη η πόλη, τα συντρίμμια των οικοδομών και οι μικροσκοπικοί άνθρωποι, κι αυτό με ανακουφίζει κάπως και αφήνομαι στα χέρια της μητέρας μου, που μόλις ήρθε και με αγκάλιασε με τα καυτά της δάκρυα.

λίγα δευτερόλεπτα περισυλλογής, και το γελοίο σύμπτωμα της ανακύκλωσης

εκτόπισα τους γύρω μου
μ' ένα παράπλευρο νανούρισμα για την φοριτή κοιλάδα
που κάθομαι καμιά φορά όταν περιπλέκονται τα διανοητικά μου σκυλιά.
αγγίζω τις γραμμές του πενταγράμμου με μια υπόνοια ότι αυτό που θα έπρεπε
να έχει ήδη εκτελεστεί, με έχει κιόλας διαπεράσει
καθώς σκουντουφλάω στα όρια που έχω γραμμοσκιάσει στο κούτελο του χρόνου.
δες, είναι σαν να παραπαίει κάτι κι εγώ να το κοιτάζω χωρίς ιδιαίτερη όρεξη να το βοηθήσω να στιρηχθεί.
βρίσε με  αν θες, αλλά δεν νομίζω πως θα βοηθήσει και πολύ την κατάσταση.
δέκα δευτερόλεπτα πριν, αν είχα εκτελέσει άλλες κινήσεις ίσως τώρα βρισκόμουν αλλού.
αν το πάμε έτσι όμως, 2 χρόνια πριν αν είχα εκτελέσει άλλη ακολουθία κινήσεων και παράλληλα
σκέψεων, τώρα θα βρισκόμουν πάλι αλλού. κατά συνέπεια, όσο αποκλίνω απ' την τωρινή μου υπόσταση, τόσο πιο αισιόδοξα με βλέπουν οι φίλοι μου στο νηπιαγωγείο όταν αυτοσαρκάζομαι.
όμως τώρα που το σκέφτομαι ίσως μου καεί το φαγητό.

οι ψεύτικες βλεφαρίδες του Ζαν Πωλ Σαρτρ

κάθε φυγόπονη νύχτα, με εγκαύματα στους αγκώνες
και σπασμένα κόκκαλα, ο απόγονος του Ζαν Πωλ Σαρτρ
καίει μερικούς τόνους βιβλία μαζί με λανθασμένες εντυπώσεις
για την απολυτότητα της γραφής.
δεκαεννιά χρονών τον σύρανε στην κλινική και δύο χρόνια αργότερα
αποκλήρωσε τον εαυτό του από κάθε είδους κηδεμόνα.
δίπλα στο τραπεζάκι με τις εικόνες που τύπωσε πριν λίγες μέρες
-χρησιμοποιώντας μιγαδικές συναρτήσεις είχε φτιάξει κάποια ασαφή πλέγματα
που τον ανύψωναν στο βάθρο των μαθηματικών και της πληροφορικής-
βρισκόταν τώρα η γνώριμη μορφή ενός μισητού πατέρα.
η αιμοραγία του αποθανόντα συγγραφέα
έκανε τις ψεύτικες βλεφαρίδες του να μοιάζουν με καλειδοσκόπια
καθώς αράδειαζε τη δύσπνοια στα βρώμικα χαρτιά του παρελθόντος.

"Συχαίνομαι ό,τι έχει να κάνει με τέχνη" είπε βροντερά ο αποκληρωμένος απόγονος
 και κάθισε κοντά στη φωτιά που έκαιγε τα βιβλία του πατέρα του για να ζεσταθεί.





κάτι για μια ξεκοιλιασμένη οθόνη

ηχορυπαίνοντας την ανάστροφη δίνη του πολεμικού δωματίου
με τις αφίσες πολεμιστών και μεσαιωνικών αντικειμένων
μπλεγμένος με καλώδια και γαστρορραγία, φτάνει στο σημείο να πει
"θα το πετάξω το ρημάδι απ' το παράθυρο"
πιάνει το λάπτοπ απ' το αφτί και το πετάει από τον έβδομο.
καθώς πλησιάζει αργά το κρεβάτι γεμάτο με χαρτιά που βρίθουν
από ανορθόγραφα ποιήματα που δεν διαβάζονται εύκολα
λόγο του άτσαλου γραφικού χαρακτήρα και ζωγραφιές με εικονογραφημένα
επινοήματα του λάβκραφτ, ανακατεμένα με γελοιογραφίες της μητέρας του
και κάτι αποκόμματα παλιών εφημερίδων
το αγόρι που λάτρεψα, βγάζει καπνό απ' το στόμα αποδοκιμάζοντας
την πλήρη ακαταστασία που έχει προκαλέσει στο δωμάτιο.
βγαίνει και κλείνει κάπως βαριεστημένα την πόρτα
κατευθυνόμενος προς την κουζίνα θα φτιάξει μια θεόρατη ομελέτα.

πόδια στο λόφο

με την πλάτη γυρισμένη στο κοινό
ο πρωταγωνιστής των αφύσικων στιγμών
κοιτάζει τον μαυρισμένο άδειο τοίχο στο βάθος.
κάτι απ' την ακινησία του μοιάζει με πίξελ, και το μυαλό του
μηχανικά εξετάζει όλα τα γεγονότα της ζωής του
σαν να ήταν κάποιου είδους κρυφά δεδομένα.
η φύση του προβλήματος απαιτεί μεγάλη αφοσίωση
και ο μαυροντυμένος άντρας με το πλακουτσό μέτωπο
ξεχνάει να εναρμονιστεί με το ρόλο του την ώρα που έχει
αναγραφεί στο πρόγραμμα.
τα πόδια του τώρα τρέχουν στο νοητό λόφο
κάποιου διχοτομημένου οριακού πλέγματος.
ένα επιλεκτικό κενό αναδιπλώνεται στη μνήμη του
σαν εσφαλμένο αλλά ηδονικό ξεφούσκωμα .
ο άντρας χαμογελάει απρόσκλητος
στο πανηγύρι της μίμησης του κρανίου του
και με αργές κινήσεις τοποθετείται πάλι στη σκακιέρα.




οδός Φρυν

γελούσαν τόσο δυνατά
οι όμορφοι και τεμπέληδες φίλοι μου
με τα φιλήδονα σώματα και την
απόλυτη αρμωνία στα χαρακτηριστικά των προσώπων τους.
Μόλις κατάφερα να αποσαφινήσω την λεπτή διαφορά
ανάμεσα στη ψυχασθένεια και την εμμονή
εκείνοι γέλαγαν πίνοντας μπύρες και καπνίζοντας στο παγκάκι του πάρκου,
τρεις το χάραμα.
Δίπλα μου, δύο μικρά κορίτσια φώναζαν με λιγμούς τη μαμά τους
και ο παράξενος αρχηγός μιας μυστικης ομάδας που αποτελούταν
από αποκομμένα κομμάτια του εαυτού του
χήμηξε στους φίλους μου και τους κατακρεούργησε μέσα σε δυο λεπτά.
Εμένα δε με πείραξε, καθώς έτρεξα να απομακρύνω τα δίδυμα από
τη σκηνή της σφαγής. Τα τέσσερα βλέμματά μας συναντήθηκαν για μια πολύ μικρή στιγμή, καθώς μια γυναίκα ημίγυμνη με φρίκη έφτασε και βούτηξε τα δύο μικρά παιδιά απ' τα μαλλιά, κι εξαφανίστηκε.
όσες διαφορές ξεδιάλυνα εκείνη τη νύχτα μεταξύ ενοχής και χλευασμού
τις έριξα λίγο αργότερα σ' έναν υπόνομο, κά
που κοντά στην οδό Φρυν.

fuzzy logic

"θα μου κάνεις μια χάρη; θα με εξαφανίσεις για λίγο;"
είπε η ζωηρή και χαριτομένη Εζροφλί, και ερμαφρόδιτη κούνησε κάπως
τους γοφούς της
σαν να περίμενε ανταπόκριση από κάτι που έμοιαζε μ' εμένα.
Όμως αυτό έστεκε ακούνητο και την κοίταζε εκστατικό
καθώς χόρευε πάνω στα καρφωμένα νούφαρα
που για παιχνίδι τα βαζε στο πάτωμα
προσπαθώντας να δημιουργήσει μια εκκεντρική ζωγραφιά
μέσα στο χώρο που την περιέκλειε.
Ύστερα χωρίς να περιμένει για πολύ μια ανταπόκριση
χώθηκε στα πλούσια σκεπάσματα του κρεβατιού της
που δεν είχε πόδια, αλλά βρισκόταν κάτω στο πάτωμα με τα καρφιά
και το παζλ κυττάρων που τόσο πολύ της είχε σπάσει τα νεύρα να το λύσει και τελικά το παράτησε.
Και τότε χαμογέλασε στο κόκκινο λαμπάκι που αιωρούταν πάνω απ' τη μικρή της μυτούλα.
"Τελικά το μετάνιωσα" είπε και κοίταξε με κάποια αφέλεια το πράγμα που μάλλον ήμουν εγώ.
"Δεν θέλω να με εξαφανίσεις, νιώθω όμορφα μέσα στο σώμα μου" είπε με σταθερή φωνή
και με τα μικρά της δάχτυλα έδιωξε τις μπλεγμένες τούφες μαλλιών που έμπαιναν στα μάτια της.

δον Τζώρτζ

ο δον Τζώρτζ αφουγκράζεται τη γη καθώς χαιδεύει
αυτάρεσκα τα πλουμιστά πλοκάμια του
με ύφος αδιάφορο για τα όσα συμβαίνουν
στην υπόνοια του κόσμου που κοιμάται.
μα δεν ακούει τα περιστρεφόμενα άλογα
πώς διαμελίζουν τα σώματα των νεογέννητων θιάσων
και πώς παραμιλάνε οι έγκυες στις κρύπτες και στα φαράγγια.
δύστροπος και παντογνώστης
ο δον Τζώρτζ με μια δίπολη ανάμνηση απ' την ταραγμένη του ζωή
μοιάζει να μην τον απασχολεί πια η απουσία του χώρου
και τα μάτια δείχνουν σαν θυμωμένες πέστροφες
τα λαχανικά και τα μαχαίρια που κάποια αόρατη γυναίκα
έχει παρατήσει στην κουζίνα.
ο δον, στη μεγάλη αποκορύφωση, ξεχνάει να υποδηλώσει
την ύπαρξή του
και εισχωρεί αθόρυβα στο πάτωμα
μέσα απ' το πάτωμα γελάει υπόκωφα, ανέκδοτος,
και κάπως κουρασμένος.

be my guest

έχω την υπόνοια ότι η καθετότητα με προσπερνάει
ε που πας αφιδατωμένη σαν μούσμουλο, ρίξε λίγο κρύο νερό
στα μούτρα σου μπας και συνέλθεις
ε,  θες να φτιάξω καφέ ή να πέσουμε απ' το μπαλκόνι;
έχω δύο μέτρα ύφασμα να σου φτιάξω ένα τεράστιο φουστάνι
κερασί
και θα σε βάλω να κάτσεις στην πιο μεγάλη πολυθρόνα
με τα μαλλιά σου να χύνονται βρεγμένα να τιλήγουν τις ρώγες σου
και τότε θα ορμήξω στο τεράστιο ύφασμα
να το δαγκώνω σαν αδέσποτο σκυλί, να το ξεσκίσω
έτσι όπως θα κοιτάζεις υπεροπτικά τα κατακόκκινα χέρια μου
τα κατακόκκινα μαλλιά μου πως διακλαδίζονται με την υπεροψία σου
κι αφού το φάω όλο το φόρεμα και μείνεις σακατεμένη και δαγκωμένη
απ' την ορμή που μ' έπιασε
θα σπάσω το τεράστιο γυάλινο ταβάνι της παράξενης εκκλησίας μας
θα σε διατάξω να παραλύσεις μπροστά στην αποκτηνωμένη μου όψη
κι έτσι γελοίος και γυμνός με έκσταση και τρόμο
θα σε κοιτάξω και θα παρατιρήσω πάνω σου
μια άλλη
 

6 π.μ.

κοίτα με.
τα υγρά μου κυλάνε απρόσκλητα στους βολβούς των αφτιών σου
και μια νεκροφόρα στο δρόμο κορνάρει σαν να μας σαπουνίζει με υδρόθειο.
άνευρο το δωμάτιο μας προσκαλεί να χαιδέψουμε τα μάτια μας
ή να τα τρίψουμε, ο ένας του άλλου τα μάτια αντί για μια αφύσικη καλημέρα.
η φωνή το πρωί ποτέ δεν βγαίνει όπως την υπολόγισα
μοιάζει με μια νυσταγμένη γιορτή ξεψυχισμένων κορμιών σε διαδρόμους νοσοκομείων
ρυθμίζω την ένταση των βρυχηθμών σε σολ ελάσσονα, όσο το μικρό παράθυρο στο μπάνιο
υπόσχεται πειραματική μουσική απ' τον αέρα και την άπνοια στον έξω χώρο
ένα άρυθμο ον μας παρακαλάει να του χαιδέψουμε το σκύλο του
που είναι λευκός και τυφλός, κάνε μου έρωτα πριν να ξεράσω την απόλυτη συμμερτία
που φέρνει το χάραμα μέσα στα διαολεμένα μου ωάρια διώχνω πεισματικά
τα δολοφονικά παιδιά μου, αφού δεν άντεχες να λέμε πως τα ρολόγια έχουν άλλες ταχύτητες
για τους καταραμένους.

κούκλες

«εγώ είμαι μια γριά πόρνη με πυρετό και σύφιλη. Τι έχεις να ζηλέψεις από μένα; Τα μαλλιά μου είναι ξεφτισμένα και τα δόντια μου κολλάνε μεταξύ τους φτιάχνουν ιστούς από κολλαγόνο, κι εσύ μασάς τις φωτογραφίες της ασάφειας του προσώπου μου, αναμαλλιασμένε καθρέφτη τα δάχτυλά σου είναι σαράβαλα και τα χάπια λιγοστεύουν κάθε τρία τέταρτα κοιτάζουμε μαζί το ρολόι λες και βλέπουμε την πιο δραματική ταινία, ενώ εσύ κλαις ψεύτικα στο στήθος μου και τα χέρια μου έχουνε ματώσει, μάλλον θα ζούληξα καταλάθος τη βυσσινάδα που είχες αφήσει στην πολυθρόνα μου δύο μέρες πριν, τότε που μου είπες "τα ρέστα δικά σου" και έκανες τον παραλληλισμό με τα μπούτια μου και τις πεινασμένες φώκιες, όταν η τηλεόραση αρρώσταινε καίγοντάς μας τα κύτταρα, κάτι γλυστρούσε μες το αιδοίο μου αργά, συραπτικό με αναμνήσεις, και μου λες "δεν θα θελες να φύγουμε καλύτερα;" και γέλασες και γέλαγα, και σου λεγα, "εγώ είμαι μια γριά πόρνη με πυρετό και σύφιλη" και μέτραγες πολλές φορές τα εικοσιένα μου χρόνια, κι εγώ ξέρεις ρωτούσα που στο διάολο έκρυψες τα κομμένα μου μαλλιά και δεν βρίσκω πια την περούκα μου»
λένε πως με σκότωσες με κινήσεις αργές σαν να έπαιζες σε κάποια παράσταση

παρά λίγο άνοια

"γονάτισε" είπε ο υπαίτιος της κατάρρευσης του φωτιστικού, και τα αιμοσφαίρια άρχισαν να χορεύουν παράλογα στο αρσενικό κορμί μου, κάτι σαν αλλοίωση του φθισικού μου πλέγματος, "εγώ;" απαντά με χάρη το κορίτσι των ενστίκτων με βλέμμα κατακόρυφο και πλαγιασμένη στο πλατύσκαλο σαν άφτερο κοτόπουλο. "εσύ" λέει ξανά ο σαρκοβόρος θνητός ξύνοντας υπαινικτικά τη μασχάλη του και πασπατεύοντας τα βλοσυρά κουλουράκια που τόση ώρα αναμένουν την επαφή με τη γλώσσα του. εκείνη γονατίζει σαν καρυδότσουφλο και αρχίζει με τα νύχια της να γδέρνει το ακριβό νυχτικό, δώρο της γιαγιάς της με μεταξωτή απόληξη. κοίταζα τα κομμάτια γυαλιού, κατάκοιτος, και οι χοντρές παλάμες μου τα ψιλαφούσαν όσο τα έφτανα απ' το σπασμένο μου κρεβάτι, το πιο αρχαίο φωτιστικό του παλατιού είχε μόλις αποικοδομηθεί και η φωνή μου μόλις που ακουγόταν στα ίδια μου τα αυτιά. αυτό το κορίτσι είχε σωριαστεί μεταξύ φόντου και περιθωρίου στο οπτικό μου πλάνο και κάτι απ' τον αλαζονικό δόκτορα μόλις είχε διαλυθεί.