Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

δια /θλαση

ο ύπνος έφερε τη μετάγγιση
σε κάποιον άλλο συμπαντικό εαυτό
δοκιμάζοντάς με

για ώρα χώνευε μπροστά μου την απώλεια
των δαγκωμένων φόβων η φωνή
ξεψύχησε

πίσω απ΄τα προσωπεία μου γελάω
ανώδυνα προσχεδιασμένος
για τη σύνθλιψη







σε κόμμα



Μορφές από το υλικό της σκιάς, μου τρύπαγαν τα πόδια με σκουριασμένες λαμαρίνες. Με ανακάτευαν σαν πολτό, και μπορούσα ακόμη να αντιληφθώ τη σύνθλιψη του κρανίου μου. Τα μέλη μου αργά μου θύμιζαν την ύπαρξή τους και ύστερα μούδιαζαν και κόβονταν μπροστά στα μάτια μου, απ’ το σώμα μου. Το χέρι μου περπάταγε πάνω στην κοιλιά μου προσποιούμενο πως τα δάχτυλά μου ήταν τα πόδια του και εξαφανιζόταν σε μια ακτίνα πέρα απ’ την οποία το οπτικό μου πεδίο αδυνατούσε να  διακρίνει τι υπήρχε. Ύστερα το χέρι μου επέστρεφε ραμμένο σ’ ένα ξένο σώμα, κρατώντας ένα άλλο χέρι κάποιου άλλου που υπέθεσα πως κι αυτός βρισκόταν στην κατάστασή μου. τα μέλη του σώματός μου πηγαινοέρχονταν γύρω απ’ το  διαμελισμένο κεφάλι μου, μάλλον είχαν κάτι σαν τελετή και έπρεπε να σωπάσω για να ακούσω τι είχαν να μου πουν. Τα μάτια στριφογύριζαν αποκομμένα και παρατηρώντας τα, έβλεπαν τώρα τις λαμαρίνες να βγαίνουν μια μια από το αποσυνδεδεμένο κορμί μου αφήνοντας τεράστιες ουλές που σε άλλη περίπτωση θα μ’ έκαναν να σφαδάζω απ’ τον πόνο, όμως στην κατάσταση που βρισκόμουν δεν κατάφερα να νιώσω το παραμικρό τσίμπημα. Ίσα ίσα το διασκέδαζα αυτό το πανηγύρι των μελών του σώματός μου, είχαν επιτέλους επαναστατήσει εναντίον μου, και σαν καλός πατέρας τα έβλεπα τώρα ελεύθερα και τα χαιρόμουν. Άρχισα να γαργαλιέμαι καθώς η άναρχη μορφή μου έκανε βόλτες γύρω απ’ αυτό που πριν ήμουν εγώ. Αν υπήρχε έστω και μια περίπτωση να διακρινόταν μέσα σ’ αυτόν τον κόκκινο χoρό, κάπου, το στόμα μου, αυτό σίγουρα θα είχε ζωγραφισμένο πάνω του ένα τεράστιο χαμόγελο.